Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Το κίτρινο μηχανικό μολυβάκι.

Ήτανε μια φορά και ένα καιρό ένα κίτρινο μηχανικό μολυβάκι, που όλη μέρα ήτανε ξαπλωμένο πάνω σε ένα γραφείο. Ελάχιστες φορές, κύριοι με γαλάζια πουκάμισα που εργαζόταν σε αυτό το τόσο θορυβώδες περιβάλλον, το έπαιρναν στα δάκτυλα τους και αφού πρώτα το δαγκώνανε ή το στριφογυρίζανε μέχρι να ζαλιστεί, έκαναν μουτζούρες και έγραφαν γράμματα και νούμερα σε άσπρα φύλλα χαρτιού. Ήτανε τόσο εκνευριστική η όλη διαδικασία που όσο και αν ήθελε να αισθάνεται ότι κάποιος ενδιαφέρεται για αυτό, το μόνο που το ένοιαζε ήτανε πότε θα φύγουν όλοι από το γραφείο ώστε να βρει την ηρεμία του.

Η μονότονη καθημερινότητα του έσπαγε μόνο όταν κάποιος διαπίστωνε ότι η κοιλιά του ήτανε άδεια από γραφίτη, τότε μόνο ενδιαφερότανε για τον εσωτερικό κόσμο του μικρού μας μολυβιού. Η μοναξιά του δεν είχε τελειωμό, έβλεπε τους κοντινούς του συγγενείς στο χώρο εργασίας, τα άλλα μολύβια, να μικραίνουν κάθε μέρα και σε μικρά χρονικά διαστήματα να εξαφανίζονται και να αντικαθιστούνται από άλλα. Η σχέση του με τα στυλό ήτανε τόσο ανταγωνιστική όσο του σκύλου με της γάτας. Μια σχέση μίσους αφού ο ανταγωνισμός ήτανε μεγάλος.

Ήρθε λοιπόν μια μέρα που ένα καλοστεκούμενος 50αρης σε μία κίνηση αφηρημάδας έβαλε το μηχανικό μας μολυβάκι στην τσέπη του. Ένα ταξίδι μακριά από τους γκρι τοίχους και την βαβούρα της καθημερινότητας μόλις είχε ξεκινήσει. Η ώρα που το μολυβάκι θα γνώριζε την ζεστή θαλπωρή μιας οικογένειας και θα ζούσε πράγματα τα οποία ούτε καν είχε φανταστεί μόλις έφτασε.

Με το που άνοιξε την πόρτα του ζωντανού από παιδικές φωνές σπιτιού, μία μικρή δεσποινίς έπεσε στην αγκαλιά του καλοστεκούμενου κυρίου. Η έκπληξη του μολυβιού μας ήτανε τόσο μεγάλη όσο ένα νεογέννητο μωρό πρωτο-αντικρύζει τον κόσμο. Η ματιά της δεσποινίδος έπεσε στο κίτρινο μολυβάκι που βρισκόταν στην τσέπη του πουκαμίσου. Το πήρε στα χέρια της, ο πατέρας της βλέποντας πόσο πολύ το ήθελε και γνωρίζοντας πόσο πολύ θα το συμπαθούσε της το χάρισε. Μία φράση ευγνωμοσύνης, για το αναπάντεχο δώρου που πήρε βγήκε από το στόμα της. Η ζεστασιά που ένιωσε το μικρό μας μολυβάκια ήτανε ανείπωτη.

Η καθημερινότητα του πλέον είχε αλλάξει, στιγμές χαράς γεμάτες χαμόγελα, παιδικές φωνές, ο μαύρος του γραφίτης αποτυπωνότανε πλέον όχι σαν νούμερα και γράμματα σε άχαρες κόλλες χαρτί αλλά σαν σχέδια γεμάτα χρώματα βγαλμένα από αθώες παιδικές ψυχές ευτυχισμένες που βρήκανε την προέκταση του χεριού τους. Κάθε μέρα του μικρούς μολυβιού ήτανε διαφορετική από τις άλλες. Όλο και περισσότερες ώρες περνούσε με την μικρή δεσποινίς. Τα χρώματα της γης, του ουρανού και της θάλασσας του κάνανε παρέα. Η ζεστασιά που εκπέμπανε τα χέρια της το κάνανε να αισθάνεται ότι βρισκότανε στην πιο θερμή αγκαλιά της γης.

Ως που ήρθε μια μέρα που το κίτρινο μηχανικό μολυβάκι από την πολύ χρήση ολοκλήρωσε τον κύκλο ζωής του. Οι δυνάμεις του το είχανε πλέον εγκαταλείψει και οι όμορφες στιγμές μόνο σαν μια γλυκιά ανάμνηση είχανε χαραχτεί στο μυαλό του. Βρέθηκε φυλαγμένο σε ένα κουτάκι μαζί με άλλα παλιά αντικείμενα, ανήμπορο να αντιδράσει περιμένοντας την μέρα που θα έπαιρνε τον δρόμο της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Μάνθος Γ.

(Υ.Γ. ελπίζω να είστε επιεικής ...είναι η πρώτη μου προσπάθεια να γράψω ένα τέτοιο κείμενο)

4 σχόλια:

Poe είπε...

ΦΙΛΕ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ!!! ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ!!!

armia είπε...

Για ακομη μια φορα αποδεικνυεται τι μπορει δημιουργησει η φαντασια ενος ανθρωπου.Πραγματικα πολυ καλο το κειμενο!!!Μ αρεσε παρα πολυ κατα τη διαρκεια που το διαβαζα,και μ αρεσε ακομη περισσοτερο,που απο κατι τοσο απλο και ασημαντο,επλασες μια τετοια ιστορια.
Ελπιζω να συνεχισεις να γραφεις ετσι,και να μας χαριζεις μερικες απο τις ιστοριες σου.

Manthos είπε...

ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.

marcilla είπε...

me entipwsiases aderfaki mu!!!
exis talento!just keep up the good work! ;)