Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Βλακεία , ανευθυνότητα και υπευθυνότητα


Με την ίδια άνεση αυτοί που πετάνε τα σκουπίδια τους έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, θα τρακάρουν την ώρα του παρκαρίσματος τα σταθμευμένα οχήματα κάνοντας μικροζημιές και θα φύγουν χωρίς να αφήσουν σημείωμα.

Με την ίδια ακριβώς ευκολία θα διπλοπαρκάρουν για να κάνουν την «δουλίτσα»  τους αλλά και θα παρκάρουν πάνω σε ράμπες ΑΜΕΑ.

Με την ίδια βλακεία που κουβαλούν θα μπουν ανάποδα  σε μονόδρομους και θα παραβιάσουν στοπ.

Με την ίδια ανευθυνότητα που έχουν και προσπερνούν στις στροφές, θα αφήσουν τον κολλητό τους που είναι μεθυσμένος να πιάσει το τιμόνι και να σκοτώσει μπαίνοντας στον αντίθετο ρεύμα.

Για αυτό οι υπόλοιποι με την ίδια ακριβώς υπευθυνότητα που μας χαρακτηρίζει δεν θα πρέπει να δείχνουμε καμία ανοχή σε όλους αυτούς.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Από εκείνα τα πρωινά που θέλεις να κάτσεις λίγο ακόμα στο κρεβάτι.

Χτυπάει το ξυπνητήρι, ανοίγεις τα μάτια και το πρώτο πράγμα που ακούς είναι ο ήχος της βροχής που πέφτει στη γη και τις ρόδες των αυτοκινήτων που σέρνονται πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα. Ο αέρας είναι τόσο δυνατός που κάνει τα πάντα να χορεύουν στο πέρασμα του, δίνοντας τη δική του δυναμική σε αυτό το χειμωνιάτικο πρωινό. Είναι από τα πρωινά που θέλεις να κάτσεις λίγο ακόμα και λίγο ακόμα στο κρεβάτι, από τα πρωινά εκείνα που θέλεις να χουζουρέψεις και να απολαύσεις τον ελληνικό καφέ ακούγοντας την βροχή. Σηκώνεσαι και ανοίγεις το παράθυρο, βλέπεις τον ουρανό σκοτεινό και διαπιστώνεις ότι πουθενά δεν υπάρχει ίχνος από τον ήλιο της προηγούμενης μέρας, όμως η ελπίδα δεν έχει χαθεί, ακούς τα πουλιά να κελαηδούν έναν περίεργο σκοπό, που δεν ταιριάζει στην μέρα. Σκέφτεσαι ότι η άνοιξη θα έρθει ξανά και μια μέρα που εσύ μπορείς να την κάνεις όμορφη είναι μπροστά σου.
Καλημέρα.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Το κίτρινο μηχανικό μολυβάκι.

Ήτανε μια φορά και ένα καιρό ένα κίτρινο μηχανικό μολυβάκι, που όλη μέρα ήτανε ξαπλωμένο πάνω σε ένα γραφείο. Ελάχιστες φορές, κύριοι με γαλάζια πουκάμισα που εργαζόταν σε αυτό το τόσο θορυβώδες περιβάλλον, το έπαιρναν στα δάκτυλα τους και αφού πρώτα το δαγκώνανε ή το στριφογυρίζανε μέχρι να ζαλιστεί, έκαναν μουτζούρες και έγραφαν γράμματα και νούμερα σε άσπρα φύλλα χαρτιού. Ήτανε τόσο εκνευριστική η όλη διαδικασία που όσο και αν ήθελε να αισθάνεται ότι κάποιος ενδιαφέρεται για αυτό, το μόνο που το ένοιαζε ήτανε πότε θα φύγουν όλοι από το γραφείο ώστε να βρει την ηρεμία του.

Η μονότονη καθημερινότητα του έσπαγε μόνο όταν κάποιος διαπίστωνε ότι η κοιλιά του ήτανε άδεια από γραφίτη, τότε μόνο ενδιαφερότανε για τον εσωτερικό κόσμο του μικρού μας μολυβιού. Η μοναξιά του δεν είχε τελειωμό, έβλεπε τους κοντινούς του συγγενείς στο χώρο εργασίας, τα άλλα μολύβια, να μικραίνουν κάθε μέρα και σε μικρά χρονικά διαστήματα να εξαφανίζονται και να αντικαθιστούνται από άλλα. Η σχέση του με τα στυλό ήτανε τόσο ανταγωνιστική όσο του σκύλου με της γάτας. Μια σχέση μίσους αφού ο ανταγωνισμός ήτανε μεγάλος.

Ήρθε λοιπόν μια μέρα που ένα καλοστεκούμενος 50αρης σε μία κίνηση αφηρημάδας έβαλε το μηχανικό μας μολυβάκι στην τσέπη του. Ένα ταξίδι μακριά από τους γκρι τοίχους και την βαβούρα της καθημερινότητας μόλις είχε ξεκινήσει. Η ώρα που το μολυβάκι θα γνώριζε την ζεστή θαλπωρή μιας οικογένειας και θα ζούσε πράγματα τα οποία ούτε καν είχε φανταστεί μόλις έφτασε.

Με το που άνοιξε την πόρτα του ζωντανού από παιδικές φωνές σπιτιού, μία μικρή δεσποινίς έπεσε στην αγκαλιά του καλοστεκούμενου κυρίου. Η έκπληξη του μολυβιού μας ήτανε τόσο μεγάλη όσο ένα νεογέννητο μωρό πρωτο-αντικρύζει τον κόσμο. Η ματιά της δεσποινίδος έπεσε στο κίτρινο μολυβάκι που βρισκόταν στην τσέπη του πουκαμίσου. Το πήρε στα χέρια της, ο πατέρας της βλέποντας πόσο πολύ το ήθελε και γνωρίζοντας πόσο πολύ θα το συμπαθούσε της το χάρισε. Μία φράση ευγνωμοσύνης, για το αναπάντεχο δώρου που πήρε βγήκε από το στόμα της. Η ζεστασιά που ένιωσε το μικρό μας μολυβάκια ήτανε ανείπωτη.

Η καθημερινότητα του πλέον είχε αλλάξει, στιγμές χαράς γεμάτες χαμόγελα, παιδικές φωνές, ο μαύρος του γραφίτης αποτυπωνότανε πλέον όχι σαν νούμερα και γράμματα σε άχαρες κόλλες χαρτί αλλά σαν σχέδια γεμάτα χρώματα βγαλμένα από αθώες παιδικές ψυχές ευτυχισμένες που βρήκανε την προέκταση του χεριού τους. Κάθε μέρα του μικρούς μολυβιού ήτανε διαφορετική από τις άλλες. Όλο και περισσότερες ώρες περνούσε με την μικρή δεσποινίς. Τα χρώματα της γης, του ουρανού και της θάλασσας του κάνανε παρέα. Η ζεστασιά που εκπέμπανε τα χέρια της το κάνανε να αισθάνεται ότι βρισκότανε στην πιο θερμή αγκαλιά της γης.

Ως που ήρθε μια μέρα που το κίτρινο μηχανικό μολυβάκι από την πολύ χρήση ολοκλήρωσε τον κύκλο ζωής του. Οι δυνάμεις του το είχανε πλέον εγκαταλείψει και οι όμορφες στιγμές μόνο σαν μια γλυκιά ανάμνηση είχανε χαραχτεί στο μυαλό του. Βρέθηκε φυλαγμένο σε ένα κουτάκι μαζί με άλλα παλιά αντικείμενα, ανήμπορο να αντιδράσει περιμένοντας την μέρα που θα έπαιρνε τον δρόμο της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Μάνθος Γ.

(Υ.Γ. ελπίζω να είστε επιεικής ...είναι η πρώτη μου προσπάθεια να γράψω ένα τέτοιο κείμενο)

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2007

Που πήγαν οι άνθρωποι;

Μετά από πολλές μέρες ζέστης και κατά συνέπεια βαρεμάρας, αποφασίζω να βγω από το σπίτι για να αντικρίσω το άγχος του να ζεις στην τρέλα της πόλης.
Διασχίζοντας δρόμους ζωντανούς συναντάς φιγούρες καθημερινές βγαλμένες από ένα παραμύθι.

Κορίτσια φασαριόζικα τραγουδώντας δυνατά αυτό που αισθάνονται, δίνουν την ευκαιρία σε όλους εμάς που τις κοιτάμε περίεργα λες και ήρθανε από άλλο πλανήτη να δούμε το τσιμέντο, με ένα χρώμα διαφορετικό από το γκρι.

Ανθρώπους σκυθρωπούς να ψάχνουν να βρουν γιατί δεν τους πήγε η μέρα και τόσο καλά.

Πρόσωπα ξένα να παίζουν με την κόρη τους στην μοναδική ίσως παιδική χαρά της πόλης που διατηρείται σε μία περίπου καλή κατάσταση. Η μητέρα παρακολουθεί από έξω με αντικρουόμενα συναισθήματα, Από την μία χαρούμενη γιατί η κόρη της χαμογελά, ενώ από την άλλη δείχνει να ανησυχεί για την ασφάλεια της καθώς η κούνια στην οποία κάθετε δεν μοιάζει και στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.

Ένας ακόμα οδηγός προσπαθεί να παρκάρει μα δεν μπορεί, δεν χωράει ίσως θα ήτανε καλύτερα να το άφηνε λίγα μέτρα πιο κάτω όμως δεν μπορεί, ε και τι έγινε που θα περισσεύει λίγο στον δρόμο; Να προσέχουνε να μην μου το τρακάρουνε δείχνει να σκέφτεται.

Διασχίζοντας τον δρόμο αισθάνομαι ότι πλέον οι πεζοί δεν έχουν δικαιώματα, οι τουρίστες κοιτούν απορημένοι τα αυτοκίνητα να μαυρίζουν τις άσπρες γραμμές τις διάβασης και να σκέφτονται “μήπως εδώ στην χώρα του ήλιου, το πράσινο ανθρωπάκι που ανάβει πάνω σε αυτό το φανάρι σημαίνει περίμενε πεζέ” ;

Φτάνοντας στον προορισμό μου και ενώ περιμένω στην ουρά για να πληρώσω ένα ακόμα λογαριασμό του κινητού ακούω την υπάλληλο να λέει στην πελάτισσα ότι ο επόμενος λογαριασμός που έχει εκδοθεί είναι και αυτός φουσκωμένος.
Η μάνα, του παιδιού που κοιτάζει αδιάφορα τα κινητά στα ράφια του καταστήματος, ρωτάει την υπάλληλο αν μπορεί να αλλάξει την σύνδεση του γιου της σε κάρτα, απαντώντας θετικά η υπάλληλος δείχνει να κατανοεί την απελπισμένη μάνα που έχει πλέον βγάλει άδεια τα χέρια της από το πορτοφόλι της.

Έρχεται επιτέλους η σειρά μου και ακουμπώντας τον λογαριασμό πάνω στον γραφείο συνειδητοποιώ ότι δεν πρέπει να έχω καμία τύψη για το ύψος του λογαριασμού ο οποίος κυμαίνεται σε λογικά πλαίσια και πληρώνεται από τα δουλεμένα μου χρήματα. Ευχαριστώντας την υπάλληλο που με εξυπηρέτησε αποχωρώ χαζεύοντας το επόμενο κινητό μου.

Κοιτώντας τις βιτρίνες των καταστημάτων τεχνολογίας και χαζεύοντας τον κόσμο που περπατάει στο πεζοδρόμιο επιστρέφω στο σημείο που είχα παρκάρει, μπαίνω στον αυτοκίνητο και ξεκινώ για τον δρόμο της επιστροφής.

Διασχίζονται με αργούς ρυθμούς από την κίνηση και την αδιαφορία για τους βασικούς κανόνες του κοκ από όλους αυτούς που πήρανε το δίπλωμα με το “λάδι” τους, τους δρόμους της όμορφης πόλης μας όλα δείχνουν τόσο μαύρα όσο η αδιαφορία όλων μας για τους γύρω μας. Μα δεν μπορεί, που πήγαν οι άνθρωποι ;

Most popular posts (all time)